Αρχιτεκτονική

Οικισμοί  και Οικήματα                                                    

Ο χαρακτήρας  των παραδοσιακών  οικισμών της ‘Ιμβρου είναι αγροτοκτηνοτροφικός και σε γενικές γραμμές όμοιος με αυτόν  που συναντάμε στα νησιά του Β.Α Αιγαίου. Τα οικήματα ήταν επηρεασμένα από την ηπειρωτική (στεριανή)  αρχιτεκτονική των γεωργικών σπιτιών, που επιχωριάζει στις περιοχές της  Μακεδονίας και Θράκης αλλά και με στοιχεία   από τα μικρασιατικά παράλια.

H διάταξη των οικισμών υπαγορεύονταν κατά κύριο λόγο από τη γεωμορφολογία του εδάφους.  Συνήθως χωροθετούνταν   σε κεκλιμένο έδαφος ενώ λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη, στην επιλογή της τοποθεσίας και οι συνθήκες ηλιασμού, αερισμού, υγρασίας, καθώς και η ποιότητα των νερών της περιοχής.

Οι (7) υφιστάμενοι  σήμερα παραδοσιακοί οικισμοί της ‘Ίμβρου άρχισαν να δημιουργούνται και να αναπτύσσονται περίπου  στις αρχές του 18ου αι.

Οι συνθήκες ίδρυσης των οικισμών  αυτών δεν είναι γνωστές, είναι όμως χαρακτηριστική η χωροθέτηση τους, όπως  συμβαίνει και με τα γειτονικά νησιά, σε δυσπρόσιτες και απομακρυσμένες  από τη θάλασσα περιοχές. Εκτός από τον παραθαλάσσιο  οικισμό του Κάστρου που  είναι  παλαιότερος και με  εμφανή τα ίχνη της κατοίκισης του, από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι σήμερα.    Βασική αιτία για αυτήν τη χωροθέτηση τους,  αποτελούσε προφανώς  η ασφάλεια, λόγω της  έξαρσης της πειρατείας αλλά  και οι τρέχουσες πολιτικές καταστάσεις, που είχαν αντίκτυπο και  στη γενικότερη μορφολογική τους εμφάνιση.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Ίμβρο, με κρατική παρέμβαση δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια και άλλοι (5) οικισμοί ιδρυματικού χαρακτήρα,  για να στεγάσουν τις ανάγκες των νεοαποίκων.

Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος δημιουργεί και διαμορφώνει το περιβάλλον του και το περιβάλλον με τη σειρά του επηρεάζει και διαμορφώνει τον ίδιο.H διαδικασία αυτή, της παραγωγής του χώρου και της αλληλεπίδρασης, δεν λειτουργεί βέβαια ρηξικέλευθα και στιγμιαία, αλλά κινείται με αργούς ρυθμούς   μέσα   σ ένα πλαίσιο με συσσωρευμένο πλούτο στοιχείων που έχουν καταξιωθεί  από τη διαχρονική εμπειρία και γνώση. Τα στοιχεία αυτά, όπως ήταν επόμενο εκφράστηκαν με μεγάλη σαφήνεια στο ανώμαλο και ορεινό πεδίο των οικισμών της ‘Ίμβρου.

Στην παραγωγή του χώρου σημαντικό επίσης ρόλο έπαιζαν και οι παραγωγικές διαδικασίες που βασίζονταν στη κλειστή και αυτάρκη οικιακή οικονομία και σε μικρής κλίμακας καλλιέργειες αγαθών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανταλλάξιμα  μόνο σε περιόδους μεγάλης ευφορίας. Η αγροτική ιδιοκτησία στην Ίμβρο,  ήταν μικρή και κατανεμημένη έτσι ώστε να μπορεί να ενισχύει μια κοινωνική ισορροπία και να εξασφαλίζει μια αυτάρκεια αγαθών και υπηρεσιών σε όλους. Ακόμη η εσωτερική ενότητα της κοινότητας ενισχύονταν από τη βιωμένη παράδοση της συμμετοχικής δημοκρατίας, που εκφράζονταν πολλές φορές με ένα υψηλό αίσθημα κοινωνικής ρώμης,  όταν όλα τα στρώματα του χωριού ήταν πρόθυμα να συνεισφέρουν ζωτικά για την παραγωγή οποιουδήποτε κοινωφελούς έργου όπως  ύδρευσης, κατασκευή δρόμων, σχολείων κτλ. Βεβαίως η αυτάρκεια και η οικονομική ανεξαρτησία, έπρεπε να υπάρχει στο νησί για να αντιμετωπίζεται αφενός ο φυσικός αποκλεισμός λόγω της θάλασσας και αφετέρου τη συμπεριφορά του   κρατικού μηχανισμού, που τις περισσότερες φορές ξεκινούσε από την αδιαφορία και έφτανε μέχρι τον οικονομικό και πολιτικό αποκλεισμό και εκδιωγμό.                                                                                                                                                                                                    

Οι κάτοικοι της ‘Ιμβρου αναγκασμένοι να επιβιώνουν μέσα στις παραπάνω δυσμενείς φυσικές και ιστορικές συνθήκες, ανάπτυξαν ιδιότητες κοινωνικότητας και αλληλεγγύης που ενισχύονταν από την αίσθηση και την συνείδηση της κοινής τους μοίρας και την ανάγκη της επιβίωσης τους μέσα σε συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο. Τα χαρακτηριστικά αυτά, αποτυπώθηκαν στα οικήματα    και   στη γη τους.

Η αρχιτεκτονική λοιπόν κάθε τόπου, αποκαλύπτει και τον πολιτισμό που τη δημιούργησε. Έτσι συμβαίνει και στην Ίμβρο

 

Διάταξη χτισμάτων στο οικόπεδο.

Η αρχική οικιστική μονάδα είχε ελεύθερη και αραιή χωροθέτηση μέσα στο οικόπεδο. Οι αυξανόμενες όμως ανάγκες επέβαλλαν επεκτάσεις του αρχικού πυρήνα με προσθήκες ή κατασκευές νέων χτισμάτων μέσα στον ελεύθερο χώρο του οικοπέδου, χωρίς βεβαίως να υπακούουν σε συγκεκριμένο πολεοδομικό σχεδιασμό.

Η διάταξη των χτισμάτων   τις περισσότερες φορές σχετίζεται με την κλίση του εδάφους, τη δυνατότητα προσπέλασης, τη θέα που προσφέρει η περιοχή, χωρίς να αγνοείται βεβαίως και ο σωστός προσανατολισμός. Οι οικισμοί της Ίμβρου δεν είναι οχυρωμένοι , όμως τα σπίτια μαζί με τα προσκτίσματα και τους μαντρότοιχους (ψηλούς ή χαμηλούς) όριζαν εσωτερικές αυλές και αποτελούσαν τις περισσότερες φορές κλειστές οικιστικές μονάδες.

Ο φόβος των ληστρικών επιδρομών και η πολιτική αστάθεια, είναι βέβαιο ότι ωθούσαν τους κατοίκους του νησιού  να είναι πάντα προσεκτικοί και να αποφεύγουν κάθε προκλητική επίδειξη πλούτου και εθνικών ή κοινωνικών συμβόλων μέσα από την αρχιτεκτονική τους.

 

Οδικές αρτηρίες -δρόμοι.

Οι δρόμοι που διασχίζουν τους οικισμούς έχουν ακανόνιστο σχήμα, είναι μεταβλητού πλάτους και ορίζονται από τα χτίσματα και τους μαντρότοιχους που τα περιβάλλουν.  Δεν διακρίνονται για τη γεωμετρική τους καθαρότητα καθώς ακολουθούν την πιο οικονομική λύση που συνδυάζει την ελάχιστη δυνατή επέμβαση , πάνω στο τοπίο και την άμεση ικανοποίηση των πιο βασικών αναγκών που ήταν οι ανάγκες προσπέλασης, στάσης, συγκέντρωσης και επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων. Οι δρόμοι είναι συνήθως πλακόστρωτοι με ελαφρά κλίση προς το κέντρο  για την απορροή των υδάτων. Εκτός των κεντρικών δρόμων, μεταξύ των πυκνοδομημένων σπιτιών υπήρχαν συχνά και μικρότεροι, δευτερεύουσας σημασίας, στενά περάσματα τα λεγόμενα «σουκατιά», τα οποία επέτρεπαν τη διέλευση ενός μόνο ανθρώπου γιατί προορίζονταν κυρίως για την απορροή των υδάτων, τον ορισμό της ιδιοκτησίας και τη δημιουργία ρευμάτων αέρος προς τις αυλές.

 

Πλατείες-πλατώματα.

Οι πλατείες (πλατώματα) βρίσκονται σχεδόν στο κέντρο του οικισμού, δεν έχουν συγκεκριμένο μέγεθος και σχήμα, ούτε ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Πλατώματα μπορούμε να συναντήσουμε και σε μη κεντρικές περιοχές, εφόσον αυτές συγκεντρώνουν ή περικλείουν χρήσεις και λειτουργίες με ιδιαίτερη βαρύτητα (εκκλησία, βρύση, καφενείο, σχολείο, κ.τ.λ).

 

Υλικά δομής.

Τα βασικά υλικά κατασκευής όλων σχεδόν των χτισμάτων ήταν η πέτρα, η λάσπη, το ξύλο και το κεραμίδι. Η πέτρα και η λάσπη υπήρχαν σε αφθονία  και τα χρησιμοποιούσαν με απλοχεριά. Το ξύλο και το κεραμίδι όμως, λόγω σχετικής ανεπάρκειας και επειδή απαιτούσαν ανάλογη επεξεργασία πριν τη χρήση τους, τα διαχειρίζονταν με φειδώ και οικονομία.  Οι τσατμάδες και τα μπαγναντιά επειδή χρησιμοποιούνταν με διάφορους συνδυασμούς υλικών (λάσπη, άχυρο, φτέρη, ωμόπλινθοι, βέργες λυγαριάς) που αφθονούσαν στο φυσικό περιβάλλον του νησιού, αποτελούσαν το βασικό δομικό στοιχείο κατασκευής μεσοτοιχιών και κάθετων εσωτερικών χωρισμάτων.

Αναφερόμενοι στους οικισμούς θα πρέπει να σταματήσουμε πρώτα στα αγροτικά χτίσματα (τα ντάμια),  τα οποία είτε σκόρπια στο χώρο είτε διατεταγμένα σε αραιά συγκροτήματα σχημάτισαν   τους πρώτους πυρήνες των σημερινών οικισμών. Τα πρώτα αυτά χτίσματα ήταν χαμηλές ισόγειες πέτρινες καλύβες, με μικρά η καθόλου ανοίγματα  και μονόριχτη η δύριχτη κεραμοσκέπαστη   στέγη. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις τα ντάμια αποτέλεσαν και τη πρώτη μορφή μονόχωρης κατοικίας, η οποία με σταδιακές υποδιαιρέσεις του εσωτερικού ή προσθήκες (καθ ύψος η κατά πλάτος)  στο αρχικό κέλυφος  εξελίχθηκε στους  τύπους των σπιτιών που συναντάμε σήμερα στα χωριά μας.

Οι σημαντικότεροι τύποι σπιτιών  και η μορφολογική τους εξέλιξη   δημοσιεύονται στο βιβλίο ‘’Λαογραφικά της ‘Ιμβρου’’, τόμος 2, του  Κώστα Ξεινού , όπου γίνεται μία συμπαρουσίαση του θέματος με τον αείμνηστο δάσκαλο.

Ολοκληρώνοντας αυτή την περιορισμένη προσέγγιση πρέπει να σημειώσουμε ακόμη ότι, εκτός από την κατοικία και την αγροικία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την ανάπτυξη και επέκταση των οικισμών  και άλλες κατασκευές, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, όπως δημόσια κτίρια,  νερόμυλοι, γεφύρια, ανεμόμυλοι, λιθόστρωτα, φούρνοι, βρύσες, καζαναριά κ.τ.λ.

Οι κατασκευές αυτές παρόλη την ταπεινή τους μορφή, πρέπει να πούμε ότι συνέβαλαν στη δημιουργία ενός αυθεντικού και ομοιογενούς οικιστικού  συνόλου, το οποίο καθρέφτιζε και ταυτόχρονα καθρεφτιζόταν πάνω του μία ισορροπημένη κοινωνία ανθρώπων. Η  κοινωνία των χωριών μας!

Το γοητευτικό παιχνίδισμα των Ιμβρίων με το χώρο και το χρόνο το παρακολουθούμε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όπου και σταματά βίαια ο διάλογος αυτός. Σήμερα  μέσα από τα χαλάσματα προσπαθούμε να αποκαλύψουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των κατασκευών,   ανιχνεύοντας ταυτόχρονα και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, εκείνων που τα δημιούργησαν.

 

 

Περισσότερα στοιχεία  για τους οικισμούς και τα οικήματα της Ίμβρου μπορεί κανείς να διαβάσει στα βιβλία : Η λαϊκή αρχιτεκτονική της Ίμβρου του Αρ. Πασαδαίου στα Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.  Αθήνα 1973. και στα πρακτικά του συμποσίου <<οι οικισμοί της Ίμβρου>> έκδοση της Εταιρίας Μελέτης Ίμβρου και Τενέδου. Θεσσαλονίκη 1998.

 Συγγραφή:  Ιωάννης Γιαννάκης – Αρχιτέκτων Μηχανικός