Γλυκύ

Γλυκύ

[divider_line type=»divider_blank»]

Ο αρχικός οικιστικός πυρήνας του Γλυκέως, φαίνεται ότι δημιουργείται και αναπτύσσεται στα τέλη του 17ου αιώνα, στη σημερινή περιοχή «βρυσάρες», η οποία αποτέλεσε και τον πόλο έλξης των πρώτων κατοίκων του χωριού.
Η περιοχή αυτή, όπως ήταν αθέατη από τη θάλασσα και προστατευμένη από τους βόρειους ανέμους αποτελούσε ιδανική θέση για εγκατοίκηση. Η επικοινωνία με την εύφορη πεδιάδα του ‘’Μέγα Ποταμού’’ (Ιλισός) και του Αγίου Κηρύκου γινόταν σχετικά εύκολα, ενώ το βουνό του Αγίου Αθανασίου, στους πρόποδες του οποίου είναι χτισμένο το χωριό καθώς  και το παρακείμενο του Προφήτη Ηλία ( το υψηλότερο   του Γλυκέως   412μ.)  παρείχαν άφθονη ξυλεία και εκτάσεις κατάλληλες για  βοσκή και κυνήγι.
Όταν εξέλειπαν οι κίνδυνοι, κυρίως της πειρατείας, στα μέσα του 18ου αιώνα, ο οικισμός του Γλυκέως, επεκτάθηκε προς τα Ν.Δ. και απέκτησε πρόσωπο και θέα προς τη θάλασσα.

 

Στη νέα αυτή θέση,   το 1837, κατασκευάστηκε ο ενοριακός ναός της  Κοίμησης της Θεοτόκου και αργότερα το σχολείο. Η θέση αυτή, απ΄ όπου μπορεί να δει κανείς όλα τα χωριά εκτός από το Σχοινούδι, στάθηκε αφορμή να χαρακτηρισθεί το Γλυκύ, ως «το μπαλκόνι της ΄Ιμβρου».
Από το Γλυκύ, έλκουν την καταγωγή τους πολλοί λόγιοι, που συνέβαλαν στην πνευματική και κατ’ επέκταση στη γενικότερη ανάπτυξη του νησιού. Μεταξύ αυτών, πρέπει να αναφέρουμε τους, Νικηφόρο Γλυκά, τον Γιώργο Στέκα και κυρίως τον Βαρθολομαίο Κουτλουμουσιανό, το όνομα του οποίου φέρει επάξια και ο σημερινός Οικουμενικός μας Πατριάρχης.
Έργο του  Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανού και των αδελφών του, θεωρείται και το πρώτο σχολείο της Ίμβρου, που λειτούργησε στις αρχές της δεκαετίας του 1880, κατ΄ αρχάς στο σπίτι τους και αργότερα λίγο έξω από το Γλυκύ, στο Μετόχι των Ταξιαρχών.
Ο οικισμός του Γλυκέως, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, είχε περίπου 155 διώροφα  κυρίως σπίτια, ενώ ο πληθυσμός του χωριού δεν υπερέβαινε τα 650 άτομα.
Σήμερα ο οικισμός είναι χαρακτηρισμένος, ως «διατηρητέος». Οι κάτοικοι του χωριού μόνιμοι ή εποχιακοί, γηγενείς και μη, δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία για την  αρχιτεκτονική κληρονομιά και την παράδοση του χωριού τους. Προσπαθούν να εναρμονισθούν και να βιώσουν τα νέα δεδομένα του τόπου, κρατώντας όσο γίνεται ζωντανή και αναλλοίωτη την εικόνα του τοπίου που κληρονόμησαν.