Home / Παιδεία / ΟΜΙΛΙΑ Π.ΣΤΑΜΑΤΙΔΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥΣ «Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ-2»

ΟΜΙΛΙΑ Π.ΣΤΑΜΑΤΙΔΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥΣ «Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ-2»

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας,

 

Ονομάζομαι Σταματίδης Παύλος και είμαι συνάδελφος Καθηγητής Φυσικής Αγωγής.

Κατάγομαι από την ΄Ιμβρο και είμαι Αντιπρόεδρος της Ιμβιακής ΄Ενωσης Μακεδονίας-Θράκης.

Είναι ευχάριστο το ότι ο κλάδος σας γνωρίζει, έστω και μερικά, για τη νήσο ΄Ιμβρο, αφού εσείς έχετε μελετήσει Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας και πολλοί από εσάς ίσως να  διδάσκετε  σχετικά με το νησί στο μάθημα «θέματα Ιστορίας» που είναι μάθημα Επιλογής στην Γ΄ Λυκείου.

Και το επισημαίνω αυτό διότι δυστυχώς, τουλάχιστον μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πολλοί ΄Ελληνες δεν ήξεραν τι είναι η ΄Ιμβρος ούτε πού είναι, πόσο μάλλον  για την ιστορία του μαρτυρικού αυτού νησιού και για την  ελληνικότητά του. Πράγμα που το γνώριζαν πολύ καλά, όπως θα αναλύσω παρακάτω, οι Τούρκοι κι έτσι επί σειρά ετών εργάσθηκαν μεθοδικά και οργανωμένα για τον αφελληνισμό του.

Οι πρώτοι κάτοικοι της ΄Ιμβρου ήταν Πελασγοί και τέλος πάντων, όπως τους ονομάζουμε συμβατικά, Προέλληνες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα, ξεκίνησαν από την Αττική για να εγκατασταθούν στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου, Λήμνο και ΄Ιμβρο, ίσως κατά την εποχή του χαλκού. Και το όνομα του νησιού είναι πελασγικό και προέρχεται από το όνομα του προελληνικού Θεού ΄Ιμβρασου, που συμβόλιζε τη γονιμοποίηση της άγονης γης και μετονομάσθηκε από τους ΄Ελληνες σε Ερμή. Η πελασγική ΄Ιμβρος λοιπόν αναφέρεται στην Ω ραψωδία της Ιλιάδας του Ομήρου ως «Ίμβρος παιπαλόεσσα», δηλαδή «΄Ιμβρος πετροβράχα» και, σύμφωνα με τον ΄Ομηρο, οι κάτοικοί της αν και δε συμμετέχουν στον Τρωικό πόλεμο εντούτοις είναι φίλοι των Τρώων αφού είναι κι εκείνοι προέλληνες και αντιστέκονται στην κατάκτησή τους από τα Ελληνικά φύλλα. Δυστυχώς στην ΄Ιμβρο δεν έχουν βρεθεί προελληνικές επιγραφές – άλλωστε δεν έχουν γίνει καθόλου ανασκαφές – και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε περισσότερα για τη γλώσσα που μιλιόταν. Σώζονται όμως  τα πελασγικά λεγόμενα τείχη κάτω από τα βυζαντινά φρούρια του Κάστρου.

Μεταξύ του 515 και 513 π.Χ το νησί γνώρισε την Περσική κατοχή, αλλά δεν παρέμεινε πολλά χρόνια στα χέρια των Περσών, γιατί οι Αθηναίοι κατάλαβαν τη σπουδαιότητα της στρατηγικής του θέσεως και πολύ σύντομα το απελευθέρωσαν από τον Περσικό ζυγό. Η Αθηναϊκή κατοχή του νησιού εξασφαλίστηκε από τους Αθηναίους με το σύστημα των κληρουχιών. Οι κληρούχοι της ΄Ιμβρου δεν έχαναν την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη και το επίσημο όνομα της ιμβριακής πολιτείας ήταν «Δήμος Αθηναίων ο εν Ίμβρω». Ήταν δε οργανωμένη η πολιτεία κατά το πρότυπο της πολιτείας των Αθηναίων. Η ΄Ιμβρος λοιπόν ακολουθούσε πιστά την Αθήνα  στο πολίτευμα και στη δομή του, στα νομίσματα, στο μηνολόγιο, στη λατρεία των Θεών, στις τέχνες και στα γράμματα.

Η ΄Ιμβρος χωρίστηκε από τη μητρόπολή της το 211μ.Χ όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος θέλησε από μίσος να εκδικηθεί τους Αθηναίους.

Για τα χρόνια που ακολούθησαν έχουμε λίγες πληροφορίες, διότι μετά το χωρισμό από τη μητρόπολη ήταν φυσικό το νησί να γίνει αφανής επαρχία του Ρωμαϊκού κράτους. Γνωρίζουμε μόνο ότι είχε αρκετούς επισκέπτες από τη Σαμοθράκη, προσκυνητές των Καβειρίων μυστηρίων, τα οποία τελούνταν και στη ΄Ιμβρο  και ότι, όπως συνέβαινε σε όλους τους ελληνικούς τόπους, οι λίγοι Ρωμαίοι υπάλληλοι στο νησί αντί να εκλατινίσουν τους ΄Ιμβριους, εξελληνίστηκαν από αυτούς.

Στα βυζαντινά χρόνια η ΄Ιμβρος παρουσίασε σημαντική ανάπτυξη, αφού βρέθηκε πολύ κοντά στην πρωτεύουσα μετά τη μεταφορά της έδρας του Ρωμαϊκού κράτους.

Από το 1204, με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, και για 58 χρόνια η ΄Ιμβρος διοικήθηκε από τους Φράγκους διοικητές της Καλλίπολης. Από το 1262 ακολούθησε την τύχη του Βυζαντίου μέχρι την τελευταία του πνοή και ήταν τυχερή γιατί μέχρι και την άλωση της Κωνσταντινούπολης είχε σπουδαίους Βυζαντινούς άρχοντες.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την άλωση της Πόλεως, η ΄Ιμβρος σώθηκε από μεγάλες περιπέτειες χάρη στην επιδεξιότητα  και διορατικότητα του ΄Ιμβριου ευγενή Κριτόβουλου, του μετέπειτα ιστοριογράφου της άλωσης. Κατά τους Ενετοτουρκικούς πολέμους το νησί υποτάσσεται πότε σε Ενετό και πότε σε Τούρκο κυρίαρχο, διότι λόγω της εξαίρετης γεωγραφικής του θέσης είχε πολλούς διεκδικητές. Από το 1478 η ΄Ιμβρος έγινε υποτελής στην Οθωμανική αυτοκρατορία και διοικούνταν από τουρκική εξουσία.

Είχε όμως πάντοτε,  αμιγή ελληνικό πληθυσμό. Εκκλησιαστικά, γλωσσικά και λαογραφικά ήταν καθαρά ελληνική. Γι αυτό και στα προεπαναστατικά χρόνια, πριν δηλαδή το 1821, αναφέρεται ότι στο νησί υπήρχε σχολείο με ιδιαίτερη διδακτική παράδοση. Καλόγεροι των Αγιορείτικων μετοχιών δίδασκαν τα γράμματα στους Ιμβριώτες κι αυτοί με τη σειρά τους, όταν ανδρώνονταν με τη γνώση και τη σπουδή, γίνονταν πρωτεργάτες της ζωής του ΄Ορους και του Γένους. Μέσα στο ζοφερό κλίμα της Οθωμανικής κυριαρχίας ξεχωριστές προσωπικότητες ανάμεσα σε άλλους πολλούς διανοούμενους, δασκάλους και ιερωμένους πρόσφεραν τα μέγιστα στον Ελληνισμό. Για τη διδασκαλία στα μετόχια χρησιμοποιούνταν συνήθως το Ψαλτήρι, το αλφαβητάρι και το Οκταήχι. Το πρώτο σχολείο του νησιού είναι έργο του μοναχού Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανού το 1803. Ο Βαρθολομαίος γεννήθηκε στο χωριό Γλυκύ της ΄Ιμβρου, όπου διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα. Σε ηλικία 20 ετών μετέβη στο Άγιο ΄Ορος, στο Κουτλουμούσι και παρακολούθησε τα μαθήματα της Αθωνιάδος, η οποία αποτελούσε το κόσμημα της παιδείας του Γένους εκείνη την εποχή. Κατόπιν δεκαετούς θητείας στην Αθωνιάδα επέστρεψε στη γενέτειρά του και έπεισε τον πατέρα του  να του εκχωρήσει το κατώγι του σπιτιού τους για να το μετατρέψει σε Σχολή. Δίδαξε λοιπόν μαζί με τον αδελφό του Κύριλλο κατά την τριετία 1803 -1806 στην πατρική του οικία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε από άρχοντες του νησιού. ΄Ηταν σταθερός στην παράδοση, χωρίς όμως να αρνείται να συζητήσει και να δεχθεί ό,τι καλό για το Γένος έστελνε η Ευρώπη : μαθηματικά, φιλοσοφία, νέες επιστήμες. Το 1809 η πατρική του οικία ήταν πλέον ανεπαρκής, λόγω του πλήθους των μαθητών που άρχισαν να προσέρχονται στο σχολείο απ΄ όλα τα χωριά του νησιού, και γι αυτό το λόγο μετέβαλε σε διδακτήριο ένα εγκαταλελειμμένο μετόχι και ίδρυσε ένα είδος ελληνικής και ιερατικής σχολής. Η σχολή άρχισε τη λειτουργία της το 1812, δίδαξαν εκεί επιφανείς δάσκαλοι και αποφοίτησαν από αυτήν πολλοί διδάσκαλοι της ΄Ιμβρου.

Από το 1872 η Σχολή μεταφέρθηκε πλέον στην πρωτεύουσα του νησιού, στην Παναγία, και έως το 1874 λειτούργησε ως ολιγοτάξιο ελληνικό σχολείο, με μέθοδο διδασκαλίας την αλληλοδιδακτική. Το όνειρο του Βαρθολομαίου ήταν βέβαια να λειτουργήσει στην ΄Ιμβρο μια καθαρά αστική σχολή.

Το όνειρο αυτό το υλοποίησε μια άλλη εξέχουσα προσωπικότητα της ΄Ιμβρου και του Γένους ο Νικηφόρος Γλυκάς. Αφού σπούδασε αρχικά στην Εμπορική σχολή της Χάλκης και κατόπιν στην  αρτισύστατη Θεολογική Σχολή, έλαβε τον τίτλο του «διδασκάλου της Ορθοδόξου Χριστιανικής Θεολογίας» και διετέλεσε σχολάρχης και διδάσκαλος στην Πατριαρχική Σχολή του Καίρου. ΄Επειτα ανέλαβε τη διεύθυνση της Αθωνιάδος Σχολής και μετά σπούδασε για ένα έτος στον πανεπιστήμιο της Αθήνας, για ακόμη ένα έτος στο Παρίσι και για δύο περίπου χρόνια στο Στρασβούργο. Κατόπιν διορίστηκε διευθυντής στο ανώτατο εκπαιδευτήριο της Εκκλησίας και του Γένους, τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και στη συνέχεια στην Εμπορική Σχολή. Το 1873  εξελέγη μητροπολίτης ΄Ιμβρου και εκτός από τη συλλογή επιγραφών και νομισμάτων της ΄Ιμβρου και την κατάρτιση λεξιλογίου της ΄Ιμβρου, επίκεντρο της προσπάθειάς του έγινε η ανόρθωση της παιδείας στο νησί. ΄Ετσι το 1874 φρόντισε για τη λειτουργία σχολείων σε όλα τα χωριά της ΄Ιμβρου και το Δεκαπενταύγουστο του ίδιου έτους εγκατέστησε την ήδη υπάρχουσα, από τα χρόνια του Βαρθολομαίου, σχολή σε νεόδμητο κτήριο με την επίσημη ονομασία Κεντρική Ελληνική Σχολή ΄Ιμβρου. Το σχολείο αυτό λειτούργησε ως τριτάξιο ή τετρατάξιο γυμνάσιο, με τρεις δασκάλους συνήθως, που δίδασκαν τα μαθήματα : Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Εγκύκλια Μαθήματα, Γαλλική. Τα έσοδα της Κεντρικής Ελληνικής Σχολής ήταν από δωρεές και από τα Ταμεία των Εκκλησιών αρχικά, και στη συνέχεια και  από ενισχύσεις των Ιμβριακών Αδελφοτήτων και Συλλόγων του εξωτερικού.

Λίγο μετά τη λειτουργία της Κεντρικής Σχολής  και λόγω δυσκολίας μετάβασης στην Παναγία των μαθητών από το μακρινό Σχοινούδι, δημιουργήθηκε εκεί η εξατάξια Σχολή Σχοινουδίου.

Σε εποχές λοιπόν σκοτεινές και απόμακρες γνώρισε ανάγνωση και γραφή ένας αριθμός  Ιμβρίων δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τις λίγες χιλιάδες των κατοίκων του νησιού. ΄Ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα αυτού του ιδιότυπου πνευματικού περιβάλλοντος της ΄Ιμβρου είναι ότι ήξεραν οι γυναίκες της να διαβάζουν και να γράφουν, όταν την ίδια εποχή ακόμη και στις μεγάλες πόλεις, η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών ήταν τελείως αγράμματη.

Στο τετράτομο έργο του ο Γάλλος Vital Ginet σημειώνει ότι το 1890 στην ΄Ιμβρο, με πληθυσμό 9.116 άτομα, υπήρχαν 7 σχολεία με 667 μαθητές και των δύο φύλων. Τέλος το 1912 σε στατιστικό πίνακα αναφέρονται 10 σχολεία, με 17 δασκάλους, 4 διδασκάλισσες, 960 μαθητές και 420 μαθήτριες.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1912 ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την ΄Ιμβρο, η οποία έγινε τώρα επίσημα τμήμα του ελληνικού κράτους. Αν και με τη συνθήκη των Αθηνών το επόμενο έτος, 1913, η ΄Ιμβρος παραχωρούνταν στην Τουρκία, εντούτοις οι Βαλκανικοί πόλεμοι που ξέσπασαν συνετέλεσαν ώστε το νησί να παραμείνει στην Ελλάδα έως τη συνθήκη των Σεβρών το 1920, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία έπρεπε να παραιτηθεί από τα δικαιώματά της στην ΄Ιμβρο.

Δυστυχώς όμως οι Διεθνείς συνθήκες ήθελαν την ΄Ιμβρο ελληνική μόνο για 11 χρόνια. ΄Όταν έφθασε το 1923, με τη συνθήκη της Λωζάννης, το «η ΄Ιμβρος είναι ελληνική» ξανάγινε όραμα και παρέμεινε όραμα.

Οι Τούρκοι καταστρατηγώντας το άρθρο 14 της συνθήκης, το οποίο αναφερόταν ειδικά στο καθεστώς των νήσων ΄Ιμβρου και Τενέδου, άρχισαν προγραμματισμένη διαδικασία διωγμού των Ελλήνων, με στόχο την οριστική εγκατάλειψη της γης τους. Και φυσικά η συστηματικότερη προσπάθεια αφελληνισμού επικράτησε στο ζωτικότερο χώρο, δηλαδή στην παιδεία!!!

΄Εως το 1912, που το νησί βρισκόταν υπό Οθωμανική κατοχή, κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα. Η ελληνική ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι ΄Ελληνες ακόμη και για την αλληλογραφία τους με το επίσημο κράτος, την Οθωμανική κυβέρνηση. Λίγες όμως μόλις ημέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης, οι τότε Τούρκοι διοικητές του νησιού επέβαλαν την έκδοση των μαθητολογίων, των ενδεικτικών και των απολυτηρίων στην τουρκική γλώσσα. ΄Αρχισε να διδάσκεται και το γλωσσικό μάθημα της τουρκικής, αλλά η τουρκική κυβέρνηση επέβαλε και τη διδασκαλία των μαθημάτων της γεωγραφίας και της ιστορίας στην τουρκική γλώσσα. Λίγο καιρό αργότερα η εκπαίδευση των Ιμβριοπαίδων γίνεται υποχρεωτικά τουρκική  και το 1927 μετά την άρνηση των κοινοταρχών να εφαρμόσουν τις τουρκικές διαταγές, οι Τούρκοι κλείνουν την Κεντρική Σχολή της ΄Ιμβρου με τη δικαιολογία ότι το πρόγραμμά της ήταν ευρύτερο των άλλων κοινοτικών σχολών, αφού εύστοχα παρατήρησαν ότι η Κεντρική Σχολή της ΄Ιμβρου δεν είχε να ζηλέψει κανένα καλολειτουργούμενο κολέγιο. Και επειδή στο νησί δεν γνώριζε κανείς ΄Ελληνας να διδάξει την τουρκική γλώσσα, γι αυτό και διορίζονται αυθαίρετα τουρκοδάσκαλοι, οι οποίοι υποχρεωτικά μισθοδοτούνται από τα κοινοτικά ελληνικά ταμεία.

Μεθοδικά λοιπόν τα ελληνικά μαθήματα αντικαταστάθηκαν από τουρκικά, στα πλαίσια μιας ανεπιτυχούς προσπάθειας αλλοίωσης και επηρεασμού της εθνικής συνείδησης των μαθητών.

΄Οσοι ΄Ελληνες ήθελαν να μάθουν τη γλώσσα τους και τη θρησκεία τους έπρεπε να παίρνουν ιδιαίτερα μαθήματα σε ιδιωτικά φροντιστήρια στην ΄Ιμβρο και απ΄ αυτούς οι καλλίτεροι έφευγαν για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ή για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρώτος ανάμεσά τους ο Δημήτριος Κουκούζης, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος. Αυτή η κατάσταση  ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από τους αδικημένους ΄Ιμβριους. Με τη λήξη του Β΄Παγκοσμίου πολέμου και από το έτος 1948 μέσω των πολιτιστικών, επαγγελματικών και αθλητικών συλλόγων, αλλά και μέσω του περιοδικού «΄Ιμβρος» γίνονταν προσπάθειες για τη λειτουργία μειονοτικού σχολείου στην πρωτεύουσα, οι οποίες όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα μέχρι το 1951.  Τότε οι βουλευτές του Δημοκρατικού τουρκικού κόμματος έδωσαν διαβεβαιώσεις στους Ιμβρίους πως θα ενεργούσαν να καταργηθεί η «παράλογη παράλειψη» και να ικανοποιηθεί η επιθυμία του κόσμου, στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Και πραγματικά τον Ιούλιο του 1951 εγκρίθηκε από το Υπουργείο η ανέγερση εξατάξιου σχολικού κτιρίου, το οποίο και ανοικοδομήθηκε με τη συμβολή όλων των Ιμβρίων όλου του κόσμου.  Εκεί επαναλειτούργησε η Κεντρική Σχολή με νέο αναλυτικό πρόγραμμα και νέο εσωτερικό κανονισμό, όμοια με τις σχολές της Πόλης. Εκτός από την Κεντρική Σχολή, σε νέο διδακτήριο στεγάστηκαν όλα τα δημοτικά σχολεία των χωριών της ΄Ιμβρου, καθώς και τα νηπιαγωγεία.

Η παιδαγωγική αυτή έξαρση συνετέλεσε στη δημιουργία μιας πλειάδας επιστημόνων που προοιώνιζε ένα λαμπρό μέλλον για τα νησιά, που όμως λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν,  δεν υπηρέτησε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα, αλλά, εξόριστη, πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στον Ελληνισμό γενικότερα.  Στελέχωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με αξιότατους ιεράρχες και φυσικά με την προέχουσα προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος διαδραματίζει έναν εξέχοντα ρόλο στη διεθνή πραγματικότητα.

Οι ΄Ελληνες λοιπόν στο νησί περνούσαν μια περίοδο ανασασμού, καθώς από το 1952  διαγραφόταν ειρηνική συμβίωση με τους Τούρκους. Εκτός από τα σχολεία που κτίστηκαν, αναπτύχθηκαν η γεωργία και η αλιεία και η ζωή έμοιαζε να ακολουθεί έναν ομαλό ρυθμό. ΄Όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ανάπαυλα…

Το 1964 οι Τούρκοι έθεσαν σε εφαρμογή το Πρόγραμμα Διάλυσης (Eritme Programmi) των νήσων ΄Ιμβρου και Τενέδου. ΄Υστερα από τη διαπίστωση ότι οι ως τότε προσπάθειές τους είχαν αποβεί ατελέσφορες, στις 27 Μαρτίου του ίδιου έτους μεταξύ άλλων αποφάσισαν τη στρατιωτικοποίηση των νησιών, την καταστροφή της οικονομικής ισχύος των Ελλήνων και την κατάργηση της μειονοτικής εκπαίδευσης και υποχρεωτική διδασκαλία στην τουρκική.

Οι ΄Ιμβριοι τρομοκρατημένοι, χωρίς τα απαραίτητα προς το ζην και με κλειστά πια τα σχολεία τους έφτασαν στην απόγνωση και όταν κατάλαβαν ότι για μια ακόμη φορά είναι αβοήθητοι άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά το νησί. Το 1970 από τους 6.100 ΄Ελληνες είχαν μείνει μόνον 2.571, ενώ οι Τούρκοι από 200 είχαν φτάσει τους 4.020.

Η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο με την έξαρση του Κυπριακού. Η Τουρκία θεωρώντας ότι δεν είχε επέλθει ο ολοκληρωτικός αφελληνισμός του νησιού ακολούθησε σκληρότερα μέτρα και προκάλεσε τη μείωση των Ελλήνων στους 496 το 1985.  Μέσα σε λίγα χρόνια συντελέστηκε η πλήρης δημογραφική αντιστροφή στην ΄Ιμβρο που επιχειρήθηκε ήδη από τις πρώτες στιγμές της υπογραφής της συνθήκης της Λωζάννης.

Μετά από όλα αυτά, θα μπορούσε ίσως να φανταστεί κανείς ποια θα ήταν η κατάσταση στην ΄Ιμβρο σήμερα αν βρισκόταν στην Ελλάδα ή σε κάποια χώρα η οποία θα αντιμετώπιζε διαφορετικά τις μειονότητες. Το νεαρό εθνικό κράτος της Τουρκίας όμως είχε το άγχος της κατοχύρωσης της εθνικής του ταυτότητας και φυσικά το φόβο των μειονοτήτων. Γνωρίζοντας πολύ καλά τη βαθιά γλωσσική και εθνική συνείδηση των Ιμβρίων προσπάθησε, και σχεδόν πέτυχε, να εκριζώσει την Ελληνική μειονότητα.

Κι ενώ η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας θυμάται την ΄Ιμβρο και την Τένεδο κάθε φορά που δυσκολεύουν τα ελληνοτουρκικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  αφού πληροφορήθηκε από τους ίδιους τους ΄Ιμβριους την κατάσταση και διαπίστωσε την αλήθεια των ισχυρισμών, περιλαμβάνοντάς την στην έκθεση για τις προϋποθέσεις ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη, δημιούργησε μια νέα προοπτική αντιμετώπισης του θέματος.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Νταλντάς Νίκος, Ιστορική-λαογραφική μελέτη της ΄Ιμβρου,

Θεσσαλονίκη 1982

Σηφουνάκης Νίκος, Ιμβρος-Τένεδος Οι τελευταίες ελληνικές ημέρες,

Νέα Σύνορα,  Αθήνα 1996

Η πνευματική παρουσία των Ιμβρίων στον Ελληνισμό, Εταιρία Μελέτης

΄Ιμβρου και Τενέδου, Θεσσαλονίκη 2002

Μελετζής Σπ., Αιματίδου-Αργυρίου Ε., ΄Ιμβρος Φωτογραφικό λεύκωμα,

Σύλλογος  Ιμβρίων Αθηνών, 1997

Τενεκίδης Γιώργος, ΄Ιμβρος και Τένεδος, Ιστορία-Νομικό καθεστώς-

                                  Σύγχρονη πραγματικότητα, Θεσσαλονίκη 1986

Ξεινός Γεώργιος, ΄Ιμβρος και Τένεδος, ιστορία παράλληλη,

Εταιρία Μελέτης της καθ΄ ημάς Ανατολής, Αθήνα 2005