Home / ΔΙΑΦΟΡΑ ΧΡΗΣΙΜΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ / ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ – άρθρο της Μαρίας Γατίδου

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ – άρθρο της Μαρίας Γατίδου

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

Γράφει η Μαρία Γατίδου (Σύζυγος του Γεωργίου Μαλαθούνη)

Μπορεί να μην έζησα εγώ την προσφυγιά και να έχω μόνο ακούσματα, από τους αγαπημένους μου παππού και γιαγιά για την προσφυγιά τους, από το αγαπημένο Καβακλί.

Αλλά βίωσα πολύ έντονα, αυτά που θα διηγηθώ παρακάτω, σ ένα μικρό απόσπασμα, την πρώτη φορά, που επισκέφθηκα εγώ κι ο άνδρας μου, τη λατρεμένη του πατρίδα Ιμβρο, πριν είκοσι χρόνια. Η προσφυγιά από όποια γωνιά της γης είναι, έχει τα ίδια συναισθήματα.

Η προσφυγιά αντικατοπρίζεται, στον κάθε πρόσφυγα που κουβαλάει μέσα του το σπίτι που γεννήθηκε, και που το κουβαλάμε όλη μας τη ζωή, κι εμείς που δεν είμαστε πρόσφυγες.

Στο μονοπάτι που ξαναβρίσκει και θυμάται τα παιδικά του βήματα και στη μεγάλη μαγεία της επιστροφής, αν καταφέρει κάποια στιγμή της ζωής του, να επιστρέψει στη γενέθλια γη του.

Έζησα όλο τον καημό της προσφυγιάς, μέσω του άνδρα μου, όντας πρόσφυγας σε ηλικία 14 ετών λόγω των ιστορικών γεγονότων, από το λατρεμένο του νησί, την Ίμβρο της Τουρκίας .

Με μία βάρκα, μόνο με τον πατέρα του και τα λίγα υπάρχοντά τους, αποβιβάστηκαν φυγαδευμένοι ξημερώματα, σ΄ένα λιμανάκι της Σαμοθράκης.

Η μητέρα του κι η αδελφή του ταξίδευσαν οδικώς για Θεσσαλονίκη.

Αφού φιλοξενήθηκαν από ντόπιους χωριανούς, που ποτέ δε φεύγει από τη μνήμη του η καλοσύνη τους, κατηφόρισαν κι αυτοί για Θεσσαλονίκη, για να συναντηθεί όλη η οικογένεια.

Και ζούσα, όλα τα χρόνια της έγγαμης ζωής μας, τη μεγάλη του νοσταλγία για επιστροφή μια μέρα, στη γενέθλια γή και την πατρογονική του εστία.

Γιατί νοσταλγία σημαίνει, μεγάλος πόνος, που τον προκαλεί η ανικανοποίητη λαχτάρα της επιστροφής.

Και θα επικεντρωθώ, μόνο στο κομμάτι που έζησα μαζί του, όταν επιτέλους μπορούσε να επιστρέψει σε ηλικία 45 ετών, χωρίς τον κίνδυνο της στράτευσής του εκεί.

Και μόλις πατήσαμε στα χώματα της ΄Ιμβρου, θαρρείς και μας περίμενε από κείνα τα χρόνια τα παλιά, με ανοιχτή αγκαλιά ακόμη , για να καλωσορίσει το δεκατετράχονο παιδάκι, που έφυγε με πόνο ψυχής.

Η μοσχοβολιά της άνοιξης, σου τρύπαγε τα ρουθούνια, με τα χιλιάδες αρώματα, που αναδύονταν από τα χαμομήλια, από τις αγριοτριανταφυλλιές και το θυμάρι.

Και έζησα από κοντά την υπέρταση συγκίνησή του με τα μυριάδες συναισθήματα, που τον κατέτρωγαν όλα του τα χρόνια, όταν πάτησε ξανά το πόδι του, για πρώτη φορά μετά την προσφυγιά, στο χωριό του τα Αγρίδια.

Και δε μπορούσαμε να τον συνεφέρουμε από το κλάμα, όταν αντίκρισε, το πατρικό του σπίτι και κλαίγαμε όλοι μαζί.

Όταν είδε την αυλή του, και μας διηγόταν που το χειμώνα ήταν διάσπαρτη από στραβωμένα κουταλάκια, όταν τάβαζε μέσα στους τενεκέδες, για να φάει κρυφά τον παγωμένο καβρουμά και το παγωμένο μέλι.

Και τα πετούσε απ το παράθυρο, γιατί φοβόταν το ξύλο, απ’ τη μάνα του. Αλλά δεν το απέφευγε, όταν μετά το λιώσιμο του χιονιού, φανερώνονταν και λυνόταν η απορία των γονιών του, γιατί έμεναν χωρίς κουτάλια.

Οταν άρχισε να μας πηγαίνει, στα μέρη που έπαιζε μικρό παιδί, με τους φίλους του.

Εκεί που ανέβαιναν, στο πετρώδες βουνό στις παρυφές του σπιτιού του και κουτρουβαλούσαν μεγάλες πέτρες κι έσπαγαν τα ζάμια των σπιτιών κι έτρωγαν το ξύλο της χρονιάς τους.

Στο σχολείο του, με αναμνήσεις από το ξύλο που έτρωγε απ΄τον δάσκαλο, γιατί ήταν ζωηρός και πειραχτήρι.

Και εικόνες από τους γονείς, που κουβαλούσαν με τα μουλάρια τους ξύλα απ το βουνό, για να ζεσταίνονται τα παιδιά τους στο σχολείο, γιατί ο χειμώνας κάθε χρόνο, ήταν βαρύς και δύσκολος, με δύο μέτρα χιόνι.

Στα βοσκοτόπια που έβοσκαν τα κατσίκια και τα πρόβατά τους.

Στα μελίσσια τους με το βουητό από τις μέλισσες ακόμη στα αφτιά του και τις κερήθρες, όταν τις έβγαζε ο πατέρας του, να στάζουν το χρυσοκίτρινο μέλι που τόσο αγαπούσε.

Στα ντάμια τους, που ήταν οι θερινές τους κατοικίες κοντά στη θάλασσα, για τις αγροτικές δουλειές της άνοιξης και του καλοκαιριού.

Και που από μικρό παιδί, ανεβοκατέβαινε, σκαρφαλώνοντας σαν κατσίκι, το κακοτράχαλο βουνό χαρούμενος κι ευτυχισμένος, για να κουβαλήσει νερό ή τρόφιμα από το σπίτι τους.

Και στην καταπληκτική τοποθεσία, που λεγόταν σπηλιά κι αγνάντευαν απέναντι τη Σαμοθράκη κι άκουγαν να λαλούν τα κοκόρια της.

Ήθελε μέχρι που βράδιασε να τα δει όλα.

Να γεμίσουν τα συνεχώς δακρυσμένα μάτια του αγαπημένες εικόνες, που στερήθηκε όλα του χρόνια κι έβλεπε μόνο στα όνειρά του.

Αφιερωμένο στον πρόσφυγα άντρα μου και σε όλους τους πρόσφυγες με πολύ αγάπη.